ἄφρα

ἄφρα
Grammatical information: f.
Meaning: `kind of plaster' (Aët. 15, 14).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Perh. a shortening of ᾽Αφροδίτη in the same sense (Aetius).
Page in Frisk: 1,196

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄφρα — ἄφρᾱ , ἄφρα plaster fem nom/voc/acc dual ἄφρᾱ , ἄφρα plaster fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άφρα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 834 κάτ.) της Κέρκυρας. Βρίσκεται στα δυτικά της πόλης της Κέρκυρας και υπάγεται διοικητικά στον δήμο Παρελίων του νομού Κερκύρας …   Dictionary of Greek

  • ἄφρας — ἄφρᾱς , ἄφρα plaster fem acc pl ἄφρᾱς , ἄφρα plaster fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄφραν — ἄφρᾱν , ἄφρα plaster fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφράτου — ἀφρά̱του , ἀφρᾶτον aphratum neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρῶν — ἄφρα plaster fem gen pl ἀφράζω fut part act masc voc sg ἀφράζω fut part act neut nom/voc/acc sg ἀφράζω fut part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀφρέω foam pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἀφρός foam masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάουθερν, Τόμας — (Southerne). Άγγλος θεατρικός συγγραφέας (Οξμαντάουν, Δουβλίνο 1660 Λονδίνο 1746). Εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και συνδέθηκε φιλικά με τον Τ. Ντράεντεν, του οποίου προλόγησε πολλά δράματα. Ξεκίνησε με το γράψιμο κωμωδιών (Ο πιστός αδελφός, 1682 και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.